ποικιλότευκτος
ποικιλότευκτος, manifold
ποικῐλό-τευκτος, ον,
- intricate, κύβων θέσις AP 9.482.7 (Agath.).
ποικιλό·τευκτος, ος, ον [ῐ] habilement travaillé, d’où artificieux, Anth. 9, 482.
Étym. π. τεύχω.
ποικιλότευκτος, bunt, künstlich verfertigt, mit mannichfaltiger Kunst gearbeitet, θέσις κύβων, Agath. 72 (IV.482).
ποικιλότευκτος
ποικιλό-τευκτος, ον,
τεύχω
- manifold, Anth.