πολεμαρχικός
πολεμαρχικός, concerning the πολεμάρχης
πολεμαρχ-ικός, ή, όν,
- concerning the πολεμάρχης, νόμος Inscr.Magn. 14.7 (iii B.C.).
πολεμαρχικός, ή, όν, = πολεμάρχειος, Phot. bibl.