πολυανθής
πολυανθής, much-blossoming, blooming
πολῠανθ-ής, ές, (ἀνθέω)
- blooming, ὕλη Od. 14.353; ἔαρ h.Hom. 19.17; πτερύγων χροιή Mosch. 2.59, cf. Opp. C. 1.320, al.: in later Prose, θύμβρα Gp. 15.4.4; parti-coloured, στρωμναί D.S. 31.8, cf. 5.30: poet. fem. πολυάνθεα, γλήχων Nic. Th. 877.
πολυ·ανθής, ής, ές, abondant en fleurs, Od. 14, 353 ; Hh. 18, 17 ; Mosch. 2, 59, etc. ||
➳ Sg. fém. πολυάνθεα, p. -εια, Nic. Th. 877.
Étym. π. ἄνθος.
πολυανθής, ές, sehr blühend ; ὕλη, Od. 14.353 ; H.h. 18.17 ; auch αὖραι, ἔρωτες, Anacr. 48.11, 53.7 ; Mosch. 2.59 u. a.Sp.
πολυανθής
[πολυ-, πολύς + ἄνθος.]
Much blossoming, flowery : ὕλης Od. 14.353.
πολυανθής , ές (ἄνθος): much or luxuriantly blooming, Od. 14.353†.
πολυανθής
πολυ-ανθής, ές
- much-blossoming, blooming, Od.