πολύαρνι
πολῠ-αρνι, v. πολύρρην.
πολύαρνι, heteroklitischer dat. zu πολύαρνος, Θυέστῃ, Il. 2.106.
πολύαρνι
dat.
[πολυ-, πολύς + ἄρνα. Cf. πολύρρην.]
Rich in sheep : θυέστῃ Il. 2.106.
πολύαρνι , dat., cf. πολύρρην: rich in lambs or flocks, Il. 2.106†.