πολυαμάρτητος Save Bailly 2024 Pape πολυ·αμάρτητος, ος, ον [ᾰμ] qui pèche beaucoup, Bas. 3, 628 Migne. Étym. π. ἁμαρτάνω. πολυαμάρτητος, sehr sündig, Sp.