προασπιστής Save LSJ Bailly 2024 Pape προασπ-ιστής, οῦ, ὁ, = foreg., D.H. 3.14 (dub.l.), Ph. 1.638. προασπιστής, οῦ (ὁ) qui combat au premier rang avec un bouclier, DH. 3, 14. Étym. προασπίζω. προασπιστής, ὁ, = προασπιστήρ, Dion.Hal. 3.14.