προαύξησις
προαύξησις, growing out
προαύξ-ησις, ιος, ἡ,
- growing out, Hp. Epid. 2.1.8. -ω, cause to grow out, ibid.
προαύξησις, εως (ἡ) croissance ou développement avant l’âge, Hpc. 1006c.
Étym. προαύξω.
προαύξησις, ἡ, das Zunehmen, Wachsen, Hippocr.