προασφαλίζομαι
προασφαλίζομαι, secure before
προασφᾰλίζομαι, Med.,
- secure before, ἑαυτόν Eust. 52.30:—Pass., to be so secured, κεφαλὴν -ησφαλίσθαι τέγξεσι Aret. CA 2.3; προησφαλίσθαι πρὸς τὸ ἄδηλον, τὸ πτῶμα, J. BJ 1.3.3, 6.1.4; ἐλπίδα in hope, Id. AJ 17.5.5.