Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
προβάτευσις
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
προβαλάνειον
Προβάλινθόνδε
Προβάλινθος
Προβαλίσιος
προβαλλός
Προβαλλούσιος
προβάλλω
πρόβαλος
προβαπτίζω
προβάπτω
προβαρύνω
προβασανίζω
προβάσει
πρόβασι
προβασιλεύω
πρόβασις
προβασκαίνω
προβασκανία
προβασκάνιον
προβαστάζω
πρόβατα
προβατάγριον
προβαταία
πρόβατε
προβατεία
προβάτειος
προβάτερον
προβάτερος
προβατεύς
προβατεύσιμος
προβάτευσις
προβατευτής
προβατευτικός
προβατεύω
προβατεών
προβάτημα
προβατία
προβατικός
προβάτιον
προβατοβοσκός
προβατογνώμων
προβατοδόρας
προβατοδόρος
προβατοθρέμμων
προβατοθύτης
προβατοκάπηλος
προβατοκόμος
προβατοκτηνοτρόφος
πρόβατον
προβατόνους
προβατοπώλης
προβατοστάσιον
προβατόσχημος
προβατοτροφία
προβατοτρόφος
προβατοφθόρος
προβατόφρουρος
προβατοχίτων
προβατώδης
προβατών
προβαφή
…
προβάτευσις
Save
Pape
προβάτευσις
, ἡ,
das Vieh Halten
, bes.
das Schafe Halten
(?).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}