προβατοπώλης
προβατοπώλης, a sheep-dealer
προβᾰτο-πώλης, ου, ὁ,
- sheep-dealer, Ar. Eq. 132, 138.
προβατο·πώλης, ου (ὁ) [ᾰ] marchand de moutons, Ar. Eq. 132, 138.
Étym. πρ. πωλέω.
προβατοπώλης, ὁ, Viehhändler, bes. Schafhändler, Ar. Eq. 132.
προβατοπώλης
προβᾰτο-πώλης, ου, ὁ,
πωλέω
- a sheep-dealer, Ar.