προβαταία Save LSJ Bailly 2024 προβᾰτ-αία, ἡ, = ὠκιμοειδές, Ps.-Dsc. 4.28. προβαταία, ας (ἡ) autre n. de la plante ὠκιμοειδές, Diosc. Noth. 4, 28.