προεπισκήπτομαι
προεπισκήπτομαι, bring an action of ἐπίσκηψις first
προεπι-σκήπτομαι,
- bring an action of ἐπίσκηψις first, τοῖς πεπρακόσιν Mitteis Chr. 31 vi7 (ii B.C.).