Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
προοικονομικός
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
προξυράω
προξυρεύω
προξύρησις
προξυρητέον
προξυρίζω
προξύρισις
προογκάομαι
προόδευσις
προοδεύω
προοδηγός
προόδια
προοδικός
προόδιος
προοδοιπορέω
προοδοιπόρος
προοδοποιέω
προοδοποιητικός
προοδοποιός
πρόοδος
προόδους
προοδυνάομαι
προοδύρομαι
πρόοιδα
προοικειόομαι
προοικειόω
προοικέω
προοικία
προοικοδομέω
προοικονομέω
προοικονομία
προοικονομικός
προοικονομικῶς
πρόοικος
προοιμιάζομαι
προοιμιάζω
προοιμιακός
προοιμιαστέον
προοιμιαστικός
προοίμιον
προοιμιώδης
προοινοποιέω
προοιστέον
προοιστός
προοῖτο
προοιχνεύω
προοίχομαι
προολισθάνω
προόλλυμι
προολμοκοπέω
προομαλίζω
προομαλύνω
προόμνυμι
προομνύω
προομολογέω
προομολόγησις
προομολογητέον
προομολογία
προομοσία
προονειδίζω
προονομάζω
προόντως
…
προοικονομικός
Save
Pape
προοικονομικός
, ή, όν,
vorbereitend
, im adv.
Schol. Soph. El
. 451.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}