προοιμιακός
προοιμιακός, of or for a preface
προοιμι-ᾰκός, ή, όν,
- of or for a preface, ἔννοια Aps. Rh. p.238 H., cf. Men.Rh. p.438S.; ἐπιχείρησις Longin. Rh. p.205 H.
προοιμιακός, ή, όν, de préface, Rhét. 9, 485 W.
Étym. προοίμιον.
προοιμιακός, ή, όν, zum Eingange gehörig, Eust.