About Report a problem

Menu

πρόοιδα

πρόοιδα, to know beforehand

πρόοιδα, inf. προειδέναι, part. προειδώς, pf. (with plpf. προῄδη, -ῄδειν, fut. προείσομαι); late aor. inf. προειδῆσαι Phld. Rh. 1.286 S.:—
  • know beforehand, Hdt. 1.20, 7.235, 9.41, And. 2.21, Lys. 16.15, etc.; περὶ τούτων τὴν ἀλήθειαν Pl. Grg. 459e; τὸν θάνατον ib. 523d; ὃν [καιρὸν] οὐ προῄδειν ἐσόμενον Isoc. 12.127; π. ὅτι . . D. 8.50; π. τίς χορηγὸς [ἔσται] Id. 4.36; ἐξ οὐ προειδότος unforeseen, D.C. 69.4: c. part., μὴ ἐπʼ ἀγαθῷ . . κατοικισθησόμενον (sc. τὸ Πελαργικόν) Th. 2.17.

Saved

Recent