πρωτοκουρία
πρωτοκουρία, first shearing
πρωτο-κουρία, ἡ,
- first shearing, prob. in LXX To. 1.6.
πρωτοκουρία, ας (ἡ) première tonsure, Spt. Tob. 1, 6.
Étym. πρωτόκουρος.
πρωτοκουρία, erste Schur, LXX.