πρωτόζυξ
πρωτόζυξ, newly wedded
πρωτό-ζυξ, ῠγος,
- = πρωτόζευκτος, Κύπρις AP 9.245 (Antiphan.).
πρωτό·ζυξ, -ζυγος (ὁ, ἡ) [ῠγ] marié pour la première fois, Anth. 9, 245.
Étym. πρ. ζεύγνυμι.
πρωτόζυξ, υγος, = πρωτόζευκτος, Κύπρις, Antiphan. 9 (IX.245), der erste Beischlaf.
πρωτόζυξ
πρωτό-ζυξ, ῠγος,
ζεύγνυμι
- newly wedded, Anth.