πρωτοκλήσια Save LSJ Bailly 2024 πρωτο-κλήσια, τά, = ἀνακλητήρια, LXX 2 Ma. 4.21. πρωτοκλήσια, ων (τὰ) assemblée des principaux, Spt. 2 Macc. 4, 21. Étym. πρωτόκλητος.