About Report a problem

Menu

πρωτοκοσμέω

πρωτοκοσμέω, to be πρωτόκοσμος

πρωτο-κοσμέω,
  • to be πρωτόκοσμος, Riv.Fil. 61.489 (Crete, ii/iii A.D.).

Saved

Recent