πυγονιαῖος
πυγονιαῖος, a πυγών long
πῠγονιαῖος, α, ον,
- a πυγών long, Hp. Morb. 2.33, Thphr. HP 3.17.6 (-γων- codd.), Menesth. ap. Ath. 11.494b.
πυγονιαῖος, α, ον [ῠ] de la longueur de la coudée πυγών, Th. H.P. 3, 17, 6 ; Ménesthène (Ath. 494b).
πυγονιαῖος, = πυγωνιαῖος, zw.