πυγμά
πυγμά, boxing
πυγμά
- 1boxing ἄνδρα παρʼ Ἀλφειῷ στεφανωσάμενον αἰνέσω πυγμᾶς ἄποινα O. 7.16 Δόρυκλος δʼ ἔφερε πυγμᾶς τέλος O. 10.67