πυγίδιον
πυγίδιον, a thin rump
πῡγ-ίδιον, τό, Dim. of πυγή, Ar. Ach. 638, Eq. 1368.
πυγίδιον, ου (τὸ) [ῡῐδ] dim. de πυγή, Ar. Ach. 638, Eq. 1368.
πυγίδιον, [ῡ], τό, dim. von πυγή, kleiner, magerer Steiß, Ar. Ach. 613, Eq. 1365.
πυγίδιον
πῡγίδιον, ου, τό,
Dim. of πυγή
- a thin rump, Ar.