πωγωνίτης
πωγωνίτης, bearded
πωγων-ίτης [ῑ], ου, ὁ,
- bearded, Hdn. Epim. 112, Sch. Theoc. 6.2, EM 698.8.
πωγωνίτης, ου [ῑ] adj. m. c. πωγωνιήτης, Hdn gr. Epim. p. 112 Boissonade.
πωγωνίτης, ὁ, fem. πωγωνῖτις, bärtig, VLL.