Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πωγωνικός
πωγωνικός, bearded
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πυσματικός
πύσσαλος
πύσσαχος
πυστέον
πυστιάομαι
Πυστίλος
πύστις
πυστός
πυτά
πυτία
πυτιάζω
πυτίζω
πυτιναῖος
πυτίνη
πυτινοπλόκος
πύτινος
πύτισμα
πυττίζω
πύω
πυώδης
πύωσις
πῶ
πω
πώ
πώγων
Πώγων
πωγωνιαῖος
πωγωνίας
πωγωνιάτης
πωγωνιήτης
πωγωνικός
πωγώνιον
πωγωνίτης
πωγωνῖτις
πωγωνοκουρεῖον
πωγωνοκουρία
πωγωνοτροφέω
πωγωνοτροφία
πωγωνοτρόφος
πωγωνοφορία
πωγωνοφόρος
πωγωνώδης
πώεα
πωλάριον
πῶλε
πωλέεσκε
πωλεία
πώλειος
πωλέομαι
πωλέσκετο
πώλευμα
πώλευσις
πωλευτής
πωλευτικός
πωλεύω
πωλέω
πωλέ’
πώλη
πωλή
πώλημα
πώλης
…
πωγωνικός
Save
πωγωνικός, bearded
LSJ
πωγων-ικός, ή, όν,
bearded,
Gloss.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}