πωγώνιον
πωγών-ιον, τό, Dim. of πώγων, Luc. Par. 50, AP 11.157 (Ammian.).
πωγώνιον, ου (τὸ) dim. de πώγων, Luc. Par. 50 ; Anth. 11, 157.
πωγώνιον, τό, dim. von πώγων ; πωγώνιον μακρὸν ἔχων, Luc. Paras. 50 ; Ammian. 22 (XI.157).
πωγώνιον, ου, τό,
Dim. of πώγων, Luc., Anth.