σαβακός
σαβακός, shattered
σᾰβᾰκός, ή, όν,
- = σαθρός (Chian), Hsch.
- 2 feeble, Hp. Morb. 1.31; effeminate, σαβακῶν σαλμακίδων AP 7.222 (Phld.): neut. sg. written σαβακουν, = quassum, Gloss.
σαβακός, ή, όν [ᾰᾰ] qui a qqe organe atteint, Hpc. 461, 7 ; cf. ῥηγματίας.
σαβακός, wie σαθρός,
1) morsch, zertrümmert, zerbrochen, bes. bei den Chiern, Hesych.
2) ὁ σ., der einen innern Teil, bes. die Lunge, verletzt hat, wie ῥηγματίας, Hippocr.
3) σαβακὴ σαλμακίς, eine üppig weichliche Budlerin, Philodem. 31.2 (VII.222). Vgl. τρυφερός, σαυλός.
1) morsch, zertrümmert, zerbrochen, bes. bei den Chiern, Hesych.
2) ὁ σ., der einen innern Teil, bes. die Lunge, verletzt hat, wie ῥηγματίας, Hippocr.
3) σαβακὴ σαλμακίς, eine üppig weichliche Budlerin, Philodem. 31.2 (VII.222). Vgl. τρυφερός, σαυλός.
σαβακός
σᾰβᾰκός, ή, όν
- shattered; metaph. enervated, Anth. deriv. uncertain