σακοδερμίτης
σακο·δερμίτης, ου [ᾰῑ] adj. m. ver qui ronge la peau, Soph. fr. 562 Dind.
Étym. σάκος, δέρμα.
σακοδερμίτης, [ῑ], ὁ, aus Soph. frg. 562 angeführt u. von Phot. erkl. οἱ μὲν τὸν ὄφιν, οἱ δὲ σκώληκα τὰ δέρματα διεσθίοντα· ἄμεινον δὲ τὸν ἐπὶ τῷ δέρματι χαλκὸν ἔχοντα, παρʼ ὅσον τὰ σάκη ἐπίχαλκα ; u. so Hesych., bei dem σακοδερμιστής steht, vielleicht σακοδερμηστής.