σαλάγη
σαλάγη, noise, outcry
σᾰλάγη or σᾰλᾰγή (cf. σελαγή), ἡ,
- noise, outcry, Hsch. σάλαγξ· ἰχθῦς ἀγαθός, καὶ μεταλλικὸν σκεῦος, Id. (Cf. σάλαξ, σηλαγγεύς.)
σαλάγη, ἡ, Unruhe, Lärm, Geschrei, Hesych.