σαπωναρικός
σαπωναρικός, soapy
σᾱπων-αρικός, ή, όν,
- saponaceous, soapy, Zos.Alch. p.226 B., Paul.Aeg. 6.9; -αρικὴ τέχνη art of making soap, Zos.Alch. p.142 B.