σαπώνιον Save LSJ Pape σᾱπών-ιον, τό, Dim. of σάπων, Sch. Theoc. 3.17, Zos.Alch. p.143 B.; cf. σαφώνιον. σαπώνιον, [ᾱ], τό, dim. von σάπων, Sp.