σκέλισμα Save LSJ Bailly 2024 Pape σκέλ-ισμα· τὸ ἀείμνημα, Hsch. σκέλισμα, ατος (τὸ) chute, c. ὑποσκέλισμα, Bas. 4, 368 Migne. σκέλισμα, τό, erkl. Hesych. δρόμημα.