σκελύδριον
σκελύδριον, leg (dim.)
σκελύδριον, τό, Dim. of σκέλος, Herod. 4.89, Arr. Epict. 1.12.24.
σκελύδριον, ου (τὸ) petite jambe, Arr. Epict. 1, 12, 24.
Étym. σκέλος.
σκελύδριον, τό, dim. von σκέλος, Arr. Epict. 1.12.24.