σκέπινος Save LSJ Bailly 2024 Pape σκέπινος, v. σκέπανος. σκέπινος, ου (ὁ) [ῐ] c. σκέπανος, Dorion (Ath. 322e). σκέπινος, ὁ, = σκέπανος ; Ath. VII.322e ; auch ἀτταγεινός genannt.