σκεπηνός Save LSJ Bailly 2024 Pape σκεπηνός, σκεπινός, v. σκεπεινός. σκεπηνός, ή, όν, abrité, Archig. (Chir. p. 118 Cocch.). Étym. σκέπη. σκεπηνός, = σκεπανός.