σκυταληφορέω
σκυταληφορέω, to carry a club
σκῠτᾰληφορέω,
- carry a club, Str. 15.1.8:
σκυταληφορέω-ῶ [ῠᾰ] porter un bâton ou une massue, Str. 688.
Étym. σκυταληφόρος.
σκυταληφορέω, einen Stock, eine Keule tragen, Strab. XV.
σκυταληφορέω
σκῠτᾰληφορέω,
fut. -ήσω
- to carry a club, Strab. from σκῠτᾰληφόρος