σκυταλωτός
σκυταλωτός, cogged, toothed
σκῠτᾰλ-ωτός, ή, όν,
- cogged, toothed, τύμπανον, τροχοί, Hero Dioptr. 34, EM 720.42.
σκυταλωτός, stabartig gestreift, ῥαβδωτός, EM. 720.42.