About Report a problem

Menu

σκυτίς

σκυτίς, leather amulet

σκῡτ-ίς, ίδος, ἡ, Dim. of σκῦτος, D.L. 4.56;
  • leather amulet, τοῦ Σαράπιδος τὸ ὄνομα ἐγγεγραμμένον λεπίδι χαλκῇ περὶ τὸν τράχηλον δεδέσθαι ὥσπερ σκυτίδα Artem. 5.26, cf. Afric. Cest. p.39 V.

Saved

Recent