συμμέτρησις
συμμέτρησις, commeasurement
συμμέτρ-ησις, εως, ἡ,
- measuring by comparison, ἡ ξ. τῶν κλιμάκων computation of their length, Th. 3.20; τῇ σ. καὶ συμφερόντων καὶ ἀσυμφόρων Epicur. Ep. 3 p.63 U., cf. Phld. Ir. p.76 W.; τοῦ χρόνου D.H. Lys. 5, cf. Herod.Med. ap. Orib. 10.5.4.
συμμέτρησις, anc. att. ξυμμέτρησις, εως (ἡ) action de mesurer par comparaison, Epic. (DL. 10, 130) ; Thc. 3, 20.
Étym. συμμετρέω.
συμμέτρησις, ἡ, Abmessung, κλιμάκων, Thuc. 3.20.
συμμέτρησις
from συμμετρέω
συμμέτρησις, εως,
- commeasurement, Thuc.