συναορέω
συναορέω, accompany
συνᾱορέω,
- accompany, γλυκεῖά οἱ συναορεῖ ἐλπίς Pi. Fr. 214.
συναορέω-ῶ, accompagner, Pd. fr. 194 Bgk.
Étym. συνάορος.
συναορέω, [ᾱ], eigtl. womit zusammengespannt sein, begleiten, ἐλπίς οἱ συναορεῖ, Pind. frg. 223 bei Plat. Rep. I.330a.
συνᾱορέω
- 1accompany c. dat. γλυκεῖά οἱ καρδίαν ἀτάλλοισα γηροτρόφος συναορεῖ Ἐλπίς fr. 214. 3.