συνδιασκέπτομαι
συνδια-σκέπτομαι,
- = sq. [συνδιασκοπέω], Hierocl. p.54 A.
συν·διασκέπτομαι, examiner avec ou ensemble, Plat. Prot. 349b ||
➳ Prés. Hiérocl. (Stob. Fl. 67, 24).
συνδιασκέπτομαι, dep. med., = συνδιασκοπέω, aor., Plat. Prot. 349b u. Sp., wie Hierocl. bei Stob. Flor. 67.24.