About Report a problem

Menu

συνδικία

συνδικία, advocacy

συνδῐκ-ία, ἡ,
  • advocacy, σ. κακή Pl. Lg. 938b; εἰς συνδικίας δημοσίων πραγμάτων CIG 2768 (Aphrodisias); συνδικίαι καὶ ἱερατεῖαι IG 5(2).516.11 (Lycosura, i A.D.).

Saved

Recent