σύνδορπος Save LSJ Bailly 2024 Pape σύνδορπος, ον, = σύνδειπνος, Lyc. 135. σύν·δορπος, ος, ον, qui mange avec, Lyc. 135 ; Nonn. Jo. 13, 84. Étym. σ. δόρπον. σύνδορπος, = σύνδειπνος, Lycophr. 135.