συνεκπράσσομαι
συνεκπράσσομαι, to assist in avenging
συνεκ-πράσσομαι, Ion. συνεκ-πρήσσομαι, Med.,
- assist in avenging, συνεξεπρήξαντο αὐτῷ τὸν . . θάνατον Hdt. 7.169; cf. συμπράσσω III.
συν·εκπράσσομαι, ion. -πρήσσομαι, aider à venger, acc. Hdt. 7, 169.
συνεκπράσσομαι
Ionic -πρήσσομαι
- Mid. to assist in avenging, Hdt.