συννέφελος
συννέφελος, cloudy, overcast
συννέφ-ελος, ον,
- = συννεφής, Th. 8.42, Alciphr. 1.10.
συννέφελος, ος, ον, c. συννεφής, Thc. 8, 42 ; Alciphr. 1, 10.
Étym. σ. νεφέλη.
συννέφελος, = συννεφής, τὰ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ξυννέφελα ὄντα, Thuc. 8.42 ; Alciphr. 1.10.
συννέφελος
συν-νέφελος, ον,
νεφέλη
- cloudy, overcast, Thuc.