συνναυστολέω
συνναυστολέω, to be a shipmate
συνναυστολέω,
- to be a shipmate, σοὶ . . συννεναυστολμκότες (Dobree for οἱ νεναυστ-) S. Ph. 550.
συν·ναυστολέω-ῶ, naviguer avec qqn, Soph. Ph. 550.