συνώμεθα
συνώμεθα, v. συνίημι.
συνώμεθα, 1 pl. sbj. ao. 2 moy. de συνίημι.
συνώμεθα
1 pl. aor. subj. mid. συνίημι.
συνώμεθα : see συνίημι.
1 pl. aor. subj. mid. συνίημι.