συοκτασία
συοκτασία, slaughter of swine
σῠο-κτᾰσία, ἡ, = sq., AP 7.421.12 (Mel.).
συοκτασία, ας (ἡ) [τᾰ] c. le suiv. Anth. 7, 421, 12.
συοκτασία, ἡ, = συοκτονία, Mel. 128 (VII.421).
συοκτασία
συο-κτᾰσία, ἡ,
σῦς, κτείνω
- slaughter of swine, Anth.