συοφόντις Save Bailly 2024 Pape συο·φόντις, ιδος (ἡ) qui tue les sangliers, Anth. 11, 194. Étym. σῦς, πεφνεῖν. συοφόντις, ιδος, ἡ, fem. zu συοφόντης, λόγχαι Lucill. 1 (XI.194).