Συράκοσσαι
Συράκοσσαι, ῶν (αἱ) [ῠᾱ] dor. c. Συράκουσαι, Pd. O. 6, 6 ; cf. Συράκοσα.
Σῠρά̄κοσσαι city of Sicily.
- 1συνοικιστήρ τε τᾶν κλεινᾶν Συρακοσσᾶν O. 6.6 εἶπον δὲ μεμνᾶσθαι Συρακοσσᾶν τε καὶ Ὀρτυγίας O. 6.93 μεγαλοπόλιες ὦ Συράκοσαι P. 2.1 ὃς Συρακόσσαισι νέμει βασιλεύς P. 3.70 κλεινᾶν Συρακοσσᾶν θάλος Ὀρτυγία N. 1.2