συσκιασμός Save LSJ Bailly 2024 Pape συσκῐ-ασμός, ὁ, = συσκίασις, Aq. Ps. 26(27).5, al. συσκιασμός, οῦ (ὁ) lieu couvert d’ombre, Aqu. Ps. 59, 8 ; Amos 5, 26. Étym. συσκιάζω. συσκιασμός, ὁ, = συσκίασις, LXX.